Θυρεοειδής και Κύηση

Οι ορμόνες του θυρεοειδούς μπορεί να παρουσιάσουν απότομη αύξηση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, κάτι που κρίνεται φυσιολογικό και αναμενόμενο, καθώς η εγκυμοσύνη συνοδεύεται γενικότερα από μια… έκρηξη ορμονών. Συγκεκριμένα, αυξάνονται οι τιμές της λεγόμενης ολικής Τ3 και Τ4. Ωστόσο, υπάρχουν και αλλαγές στη λειτουργία του θυρεοειδούς που εμφανίζονται μεν κατά την κύηση, αλλά μπορεί να συνδέονται με κάποιο πρόβλημα που προϋπήρχε της εγκυμοσύνης.

Είναι καλό, λοιπόν, να γίνεται έλεγχος των θυρεοειδικών ορμονών στην αρχή της εγκυμοσύνης.

Συμπτώματα που συνδέονται με τη θυρεοειδική δυσλειτουργία, όπως το αίσθημα κόπωσης, η ευερεθιστότητα και η ταχυκαρδία δεν πρέπει να συνδέονται, πάντα, με τα συμπτώματα της εγκυμοσύνης. Ο έλεγχος του θυρεοειδούς και οι σχετικές εξετάσεις κρίνονται απαραίτητες. Εάν τα αποτελέσματα των εξετάσεων είναι φυσιολογικά και δεν υπάρχει ιστορικό θυρεοειδοπάθειας, δεν απαιτείται επανέλεγχος. Αν όμως οι εξετάσεις καταδείξουν πρόβλημα στη θυρεοειδική λειτουργία, απαιτείται αντιμετώπιση με φαρμακευτική αγωγή που θα συστήσει ο ενδοκρινολόγος, ο οποίος κανονίζει και το κάθε πότε πρέπει να γίνεται επανέλεγχος των θυρεοειδικών ορμονών. Είναι σημαντικό να τονίσουμε πως η θυρεοειδική δυσλειτουργία μπορεί να επηρεάσει την πορεία της κύησης και τη νευρολογική ανάπτυξη του εμβρύου.

Θυρεοειδής και Γονιμότητα

Οι θυρεοειδικές ορμόνες μπορεί να επηρεάσουν τη δυνατότητα για αναπαραγωγή. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως η θυροξίνη Τ4 και η τριιωδοθυρονίνη Τ3 είναι απαραίτητες για:

  • τη σωστή λειτουργία του καταμήνιου κύκλου της γυναίκας
  • τη φυσιολογική ωοθυλακιορηξία
  • τη λειτουργία του ωχρού σωματίου
  • την εμφύτευση του εμβρύου
  • τη λειτουργία του πλακούντα

Ειδικότερα, ο υποθυρεοειδισμός συνδέεται με τη μείωση της γονιμότητας, καθώς μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στη συχνότητα της εμμήνου ρύσεως και στην εμφάνιση της ωοθηλακιορρηξίας, αλλά και να επηρεάσει την εμφύτευση του εμβρύου. Ο υποθυροειδισμός μπορεί ακόμα και να μειώσει τις πιθανότητες επιτυχίας μιας εξωσωματικής γονιμοποίησης. Απαιτείται, λοιπόν, θεραπεία ώστε να επανέλθουν οι θυρεοειδικές ορμόνες στα φυσιολογικά τους επίπεδα.

Ο υπερθυρεοειδισμός σε ήπια μορφή φαίνεται πως επηρεάζει πολύ λιγότερο τη γονιμότητα, συγκριτικά με τον υποθυρεοειδισμό.

Υπερπαραθυρεοειδισμός

Υπερπαραθυρεοειδισμός είναι η κατάσταση κατά την οποία οι παραθυρεοειδείς αδένες υπερλειτουργούν.

Οι παραθυρεοειδείς βρίσκονται πίσω από το θυρεοειδή αδένα και, σχεδόν, έρχονται σε επαφή με αυτόν. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν τέσσερις παραθυρεοειδείς αδένες, ενώ ένα ποσοστό γύρω στο 20% μπορεί να έχει πέντε ή έξι ή λιγότερους από τέσσερις. Οι παραθυρεοειδείς αδένες είναι υπεύθυνοι για την παραγωγή και έκκριση της ορμόνης παραθορμόνης. Η παραθορμόνη συμβάλλει στη ρύθμιση των επιπέδων ασβεστίου και φωσφόρου στο σώμα μας. Όταν οι  παραθυρεοειδείς αδένες υπερλειτουργούν, παράγεται περίσσεια της παραθορμόνης.

Η πάθηση του υπερπαραθυρεοειδισμού φαίνεται πως εμφανίζεται κυρίως στις ηλικίες 50-70 ετών και μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα, μειώνοντας το προσδόκιμο ζωής κατά 5-6 χρόνια. Το ασβέστιο και ο φώσφορος διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του οργανισμού.

Η πάθηση του υπερπαραθυρεοειδισμού συνδέεται με προβλήματα, όπως:

  • Κίνδυνος ρήξης της αθηρωματικής πλάκας
  • Σκελετικά προβλήματα
  • Βλάβες στα νεφρά
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
  • Κατάθλιψη